ΔΕΣΜΟΣ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΗΣ

Ο Δεσμός Προσκόλλησης είναι το μέσο με το οποίο το βρέφος αντιλαμβάνεται τον κόσμο, φιλτράρει τις εμπειρίες του και προστατεύεται. Είναι προφανής από τις πρώτες μέρες αλλά γίνεται ξεκάθαρος στους 4-6 μήνες ζωής.

Τα νεογνά και γενικότερα τα παιδιά, χρειάζονται τους γονείς τους για να επιβιώσουν. Έχει δηλαδή βιολογική βάση. Χωρίς αυτούς τα παιδιά είναι εκ φύσεως καταδικασμένα. Γιαυτό παραμένουν κοντά στον κηδεμόνα-πάροχο. Αποφεύγουν δηλαδή να τον αποχωριστούν.

Γιαυτό τον σκοπό τα παιδιά έχουν έμφυτα, εγγενή κάποια στοιχεία, κάποιες ικανότητες, τις οποίες εφαρμόζουν προς τους γονείς για να μπορέσουν να διατηρήσουν αυτή την στενή επαφή. Αυτές οι ικανότητες είναι τόσο βασικές και τόσο πρωταρχικές, που απουσία τους μπορεί να οδηγήσει πολύ νωρίς στη διάγνωση αναπτυξιακών διαταραχών όπως πχ Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών - Αυτισμού.

Ας σκεφτούμε λίγο τί κάνουν τα βρέφη τυπικής ανάπτυξης και με φυσιολογική νευρολογική εξέλιξη, για να έχουν την προσοχή μας. Τα νεογνά και τα βρέφη θα χρησιμοποιήσουν τις βασικές αισθήσεις για την αναγνώριση του κόσμου γύρω τους.

Όπως αναφέραμε ήδη, μπορούν από τις 3 πρώτες μέρες να αναγνωρίζουν και να διαχωρίζουν την μητέρα τους. Αυτό σημαίνει ότι έχουν δυνατότητα βλεμματικής επαφής η οποία γίνεται σαφής ως βλέμμα με βλέμμα, δηλαδή ενσωμάτωση βλεμματικής επαφής ήδη από τις 3-5 εβδομάδες ζωής. Είναι ένα από τα στοιχεία που ερευνητές του Πανεπιστημίου του Yale, χρησιμοποιούν για την ανίχνευση παιδιών που είναι σε ομάδα κινδύνου για ανάπτυξη Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών-Αυτισμού.

Η Ικανότητα Συγκέντρωσης Του Βλέμματος στο Πρόσωπο του άλλου ατόμου, στα πλαίσια μίας διάδρασης, είναι θεμελιώδης για την Ανάπτυξη του Δεσμού Προσκόλλησης.

Αυτό γίνεται ακόμα πιο προφανές από το Χαμόγελο του παιδιού, περίπου στις 6-8 εβδομάδες ή ακόμα νωρίτερα. Έχει παρατηρηθεί ότι τα έμβρυα κάνουν ήδη κινήσεις προσώπου ενώ είναι στην μήτρα.

Αυτό που διαφοροποιεί τα βρέφη είναι ότι το Χαμόγελο αυτό γίνεται επί σκοπώ.

Προηγείται όμως η Λειτουργική Ικανότητα της Μίμησης. Το βρέφος μπορεί και μιμείται το δικό σας χαμόγελο και Κινήσεις Προσώπου, σε συνδυασμό με την Αντίληψη της Έννοιας της Συμπεριφοράς σας. Αν το παιδί δεν μπορεί να μιμηθεί μετά τους πρώτους μήνες ζωής, μπορεί να υποδεικνύει κάποια παθολογία, οργανική ή συμπεριφορική. Μπορεί όμως να είναι απλά και η ιδιοσυγκρασία ενός παιδιού. Εδώ απαιτείται προσεκτική αξιολόγηση σε βάθος χρόνου για να δειχθεί η εξέλιξη της ικανότητας.

Μπορεί όμως να έχετε ένα παιδάκι που εκ φύσεως, μπορεί να μην χαμογελάει τόσο πολύ. Μπορεί να είναι η ιδιοσυγκρασία του. Καλό θα ήταν όμως να ρωτήσετε τον Παιδίατρό σας, καθώς, κάποτε μπορεί, σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία, να είναι από τις πρώτες ενδείξεις ότι πάσχει πχ η κοινωνικότητα του παιδιού ή μπορεί να μην βλέπει καλά. Αν θέλετε να εξασκήσετε (με μέτρο όμως J ) το Χαμόγελο του παιδιού σας, κρατήστε το απέναντι σας περίπου στα 30 εκατοστά ή λίγο πιο μακρυά και μιλήστε του.

Σταδιακά βγάζουν επιφωνήματα, φωνήματα, τα οποία διαφοροποιούνται σταδιακά ανάλογα με τη δράση που ακολουθεί και τον ίδιο τον γονέα. Τα Φωνήματα αυτά, έχουν συνήθως σε παιδιά τυπικής ανάπτυξης, ηχόχρωμα, δηλαδή έχουν μουσικότητα, δεν είναι φλατ ή μονότονα, αλλάζουν ανάλογα με τη διάθεση και τα άτομα. Συνήθως μπορεί να προηγούνται μίας δράσης, σαν να προειδοποιούν, σαν να μιλάνε εξηγώντας τί θα ακολουθήσει ενώ αν είναι με μορφή επιφωνήματος, μπορεί να έπονται, δηλαδή να ακούγονται στο τέλος μίας δράσης, πχ ένα βρέφος που έριξε κάτι κάτω και φωνάζει θριαμβευτικά «Α!» στο στυλ «τα κατάφερα, στην έφερα!» J .

Συνηθέστερα όμως τα βρέφη κλαίνε!

Το κλάμα για το βρέφος κυρίως και σαφέστατα για το νεογνό, έχει αρχικά σκοπό την σίτιση, δηλαδή κάλεσμα για τον γονέα να το ταίσει. Φυσικά μπορεί να υπάρχει και στον πόνο του παιδιού αλλά και γενικά όταν το παιδί ενοχλείται. Τα νεογνά και τα βρέφη, μπορεί να κλαίνε ή να μοιάζει σαν να κλαίνε, για 2-3 ώρες την ημέρα. Ο γονέας και ο Ειδικός, μαθαίνουν να ξεχωρίζουν τους ήχους του κλάματος, που πολύ σπάνια είναι ίδιοι και μάλιστα μπορεί να μας υποδεικνύουν ενίοτε και παθολογικές κατάστασεις.

Δεν είναι πάντα όμως το κλάμα για τις βασικές ανάγκες του παιδιού όπως περιγράψαμε αλλά προσφέρει επίσης και ακόμα ένα μηχανισμό άμυνας προς τα εξωτερικά ερεθίσματα. Αλλά αυτό έρχεται με ένα κόστος, καθώς διατηρεί το παιδί σε ένα βαθμό ανησυχίας και εγρήγορσης και μπορεί να διαταράξει την σχέση με τους γονείς.

Το παιδί θα αναγνωρίσει την μητέρα του και μέσω της όσφρησης, θα γνωρίσει τη μυρωδιά της. Θα αναγνωρίσει τον τρόπο με τον οποίο το σηκώνει στην αγκαλιά της, τις κινήσεις της δηλαδή, τον τρόπο που αυτή πιέζει τα χέρια της πάνω του, την Αφή, την Πίεση, την ανάσα της και τους ρυθμούς διάδρασής της. Όλοι μας έχουμε κάποιους ρυθμούς στην κίνησή μας. Είναι σαν ένας αδιάκοπος χορός. Αυτόν τον χορό τα βρέφη τον καταγράφουν, τον αναγνωρίζουν και μέσω του ρυθμού αυτού επιπλέον παίρνουν πληροφορίες για το περιβάλλον. Σκεφτείτε μία μητέρα που είναι νευρική, αγχωμένη, τις κινήσεις που κάνει, σπασμωδικές, γρήγορες, κοφτές. Το βρέφος τις αναγνωρίζει, νιώθει τη μητέρα του και την ψυχολογία του. Γιατί να μην εμφανίσει και το παιδί αυτό νευρικότητα;

Το βρέφος, μέσω της εμπειρίας που αποκτά από την Απάλυνση  που του προσφέρουν οι γονείς του, εσωτερικεύει, ενστερνίζεται τους μελλοντικούς τρόπους στρατηγικής Αυτοαπάλυνσης.

Αυτό γίνεται αρχικά μέσω της σωστής αναγνώρισης από την μητέρα των αναγκών και των συναισθημάτων του βρέφους. Η εγρήγορση, το κλάμα του βρέφους, προκαλεί εξίσου άγχος και στη μητέρα. Η απάλυνση του βρέφους απαλύνει, ρυθμίζει εξίσου και την μητέρα. Υπάρχει δηλαδή αμοιβαιότητα.

Αν οι γονείς δεν ανταποκρίνονται ή κακομεταχειρίζονται το παιδί, τότε προκαλούν πολλές φορές τη δημιουργία ενός υπερευαίσθητου παιδιού. Κυρίως όμως έχουμε ένα παιδί, που στο μέλλον πιθανόν να αδυναμεί να ρυθμίσει τα συναισθήματά του, απότοκα δυνατών καταστάσεων που θα βιώνει. Η Παρορμητικότητα θα είναι ένα από τα πιθανά χαρακτηριστικά του, καθώς δεν θα φιλτράρει τις αντιδράσεις του μέσω της Αυτορύθμισης.

Σημαντικό: Μπορεί να υπάρξουν πολλά ενδεχόμενα σενάρια όπως:

Σενάριο Έντασης:

Σε οικογένειες, που οι ίδιοι οι Γονείς δεν μπορούν να αυτορυθμιστούν, αδιαφορούν, υπεραντιδρούν στις συμπεριφορές του παιδιού, είναι ασταθείς στην παροχή απάλυνσης ή ρύθμισης, το παιδί μαθαίνει ότι για να διατηρήσει την προσοχή τους, πρέπει να αυξήσει το ποσοστό αρνητικής συμπεριφοράς όπως το κλάμα. Δηλαδή ως οικογένεια, έχουν μάθει να επικοινωνούν μέσω εντάσεων.

Σενάριο Υπερρύθμισης:

Όταν οι Γονείς αντιδρούν απορριπτικά στο αίτημα του παιδιού για απάλυνση, μπορεί το παιδί επιπλέον να θεωρήσει ότι για να διατηρήσει το δεσμό προσκόλλησης πρέπει να καταπνίξει τα αισθήματά του, τις ανάγκες που του έχουν δημιουργηθεί και κυρίως τις συναισθηματικές. Σταδιακά παρατηρούμε ότι το παιδί αποφεύγει να εκφράσει τα συναισθήματά του, εσωτερικεύει την ματαίωση την οποία αισθάνεται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πάντα ο Δεσμός Προσκόλλησης είναι σύγχρονος ή συνεχώς «πετυχημένος».

Ο Γονέας, μπορεί να έχει και τις «μαύρες» του και το παιδί να νιώσει λίγο «κάπως» τη δεδομένη στιγμή αλλά μετά όταν ο Γονέας συνέρχεται, γιατί ας μην ξεχνάμε είναι και αυτός Άνθρωπος, τότε όλα επιστρέφουν στο φυσιολογικό τους ρυθμό, χωρίς κατανάγκη να έχει πληγωθεί το παιδί ανεπανόρθωτα.

Επιπλέον, το παιδί αντιλαμβάνεται κατά δύναμην, τον τρόπο με τον οποίο ο Γονέας μπόρεσε να «ξεφύγει» από την ενδεχόμενη λύπη του και τις προτεραιότητες που αυτός θέτει. Το παιδί μας μιμείται και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να λύσουμε τα προβλήματά μας, τη ψυχική διαδικασία αναγνώρισης και επίλυσης προβλημάτων. Αν εμείς προβληματιζόμαστε, θα προβληματιστεί και παιδί. Ως ένα μεγάλο βαθμό, μεταφέρουμε το άγχος μας στα παιδιά μας. Άλλωστε, στα προηγούμενα σενάρια, πολλοί από εμάς, θα έχουμε αναγνωρίσει τους εαυτούς μας.

Για να διευκολυνθεί η απόκτηση εμπειριών και αναγνώρισης και επίλυσης προβλημάτων, θα πρέπει ο Γονέας να αφήσει σταδιακά το βρέφος και μετέπειτα το παιδί, με ασφάλεια όμως πάνω από όλα, να εξερευνήσει το περιβάλλον του.

Τα παιδιά με υγιή, ασφαλή δεσμό προσκόλλησης, εξερευνούν πιο εύκολα και αποτελεσματικά νέα ερεθίσματα παρά παιδιά «που κρέμονται από το φουστάνι της μάνας τους». Τα παιδιά αυτά εξελίσσονται σε άτομα που εκτιμούν την αξία μίας μόνιμης σχέσης και δεν φοβούνται να μιλήσουν για τα συναισθήματά τους.

Σκεφτείτε ένα παιδί, που έχει άγχος αν θα μπορέσει να έχει την προσοχή της μητέρας του. Σίγουρα θα εξερευνήσει λιγότερο, γιατί αναλώνεται κυρίως στο να σιγουρέψει ότι η μητέρα του τον/την προσέχει. Άλλες φορές μου λένε οι γονείς ότι «κάνει πως είναι βρέφος για να του δώσουμε προσοχή».

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, όπως ο Δεσμός Προσκόλλησης είναι ισχυρός και πολιτισμικά οριζόμενος. Κατά τη δική μου γνώμη αλλά αποκλειστικά εμπειρικά, οι μητέρες στο ιατρείο, φαίνεται να προασπίζουν κυρίως τα αγοράκια, ως πιο αδύναμα, ενώ θεωρούν ότι τα κοριτσάκια θα ωριμάσουν πιο γρήγορα, θα μιλήσουν πιο γρήγορα και θάναι πιο καλά στο σχολείο...

Άλλα παιδιά μπορεί να αντιδρούν με αποφυγή της διάδρασης, όταν επισυμβαίνει ένα γεγονός, σχεδόν «τιμωρώντας» τον γονέα που δεν μπόρεσε να τα «προστατέψει» ή να ικανοποίησει τις ανάγκες τους. Αμυντικά καταπιέζουν την έκφρασή τους και αποφεύγουν την διάδραση. Πολλές φορές παρατηρείται το παράδοξο τόσο παιδί όσο και γονέας να είναι χαρούμενοι όταν αποφεύγεται η διάδρασή τους. Τα παιδιά αυτά έχουν μάθει να περιμένουν την απόρριψη και γιαυτό δεν έχει θέση εδώ για αυτά ο Δεσμός Προσκόλλησης ο οποίος και αδρανεί! Αυτό δεν πρέπει να συγχίζετε με καταστάσεις όπως ο Αυτισμός όπου έχουμε εγγενή κυρίως έλλειψη της αντίδρασης προς τους γονείς.

Σε κάποια παιδιά παρατηρείται επίσης έντονη αμφιθυμία, καθώς έχουν έντονη την ανάγκη της προσοχής, έχουν έντονο άγχος, αλλά αυτό δεν υποχωρεί, δεν ηρεμούν ούτε όταν η μητέρα τους τα πάρει στα χέρια ή τα αγκαλιάσει. Οι έρευνες υποδεικνύουν ότι οι μητέρες κυρίως των παιδιών αυτών, δείχνουν ασυνέχεια, αστάθεια στην παροχή απάλυνσης και κυρίως σωματικής, χάδια κλπ, σαν να μην αναγνωρίζουν πάντα τα σημάδια που τα παιδιά τους εκπέμπουν για να ζητήσουν προσοχή. Οπότε τα παιδιά δεν είναι σίγουρα ότι θα προκαλέσουν την προσοχή τους ή ότι θα συνεχίσουν να την έχουν, οπότε συνεχίζουν πχ και κλαίνε, ενώ τα έχουν πάρει αγκαλιά. Τέτοια παιδιά θα τα συναντήσουμε αργότερα και στην Σχολική Φοβία και στον Σχολικό Αποχωρισμό.

Κάποια παιδιά πάλι, παρουσιάζουν αντιφατική συμπεριφορά, καθώς από τη μία θέλουν να τα πάρεις πχ αγκαλιά, δηλαδή επιζητούν την προσοχή σου ενώ μετά είναι αδιάφορα, με αποδιοργανωμένη συμπεριφορά.

Ενώ έχουν την ανάγκη για απάλυνση από τον γονέα, μπορεί πχ να τον φοβούνται, καθώς ο γονέας που είναι πηγή ασφάλειας, μπορεί την ίδια στιγμή να είναι και πηγή ανασφάλειας! Τέτοιοι γονείς είναι γονείς που ίδιοι είναιν πληγωμένοι, με τραύματα από την παιδική τους ηλικία τα οποία δεν έχουν επιλυθεί. Γονείς που οι ίδιοι έχουν άγχος και φόβους και που κανένας δεν τους έχει βοηθήσει ή δεν έχουν αφεθεί, δεν έχουν δείξει εμπιστοσύνη στο να τους βοηθήσουν ή μπορεί να συνυπάρχουν άλλα οργανικά ή κοινωνικά θέματα και προβλήματα.

Και πάλι ο ρόλος της Ψυχοθεραπείας είναι πολύ σημαντικός και στην Ελλάδα δεν θα πρέπει να φοβόμαστε ούτε τον όρο ούτε όμως και να ζητήσουμε βοήθεια. Το να κάνουμε ψυχοθεραπεία θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα τί μας συμβαίνει, χωρίς να σημαίνει ότι υποχρεωτικά υπάρχει ψυχοπαθολογία.

Συνήθως παρατηρείται κάποια ιεράρχηση στον Δεσμό Προσκόλλησης και αυτή είναι πρώτα με την Μητέρα, μετά με τον Πατέρα και κατόπιν με τα αδέρφια. Αν υπάρχει τροφός-νταντά, τότε έπεται της μητέρας. Γενικότερα όμως ο Δεσμός Προσκόλλησης έχει ισχυρό και το Πολιτισμικό στοιχείο, αν σκεφτούμε την Ελλάδα και τον σημαντικό ρόλο των παππούδων και κυρίως των γιαγιάδων ενώ σε μεγαλύτερες οικογένειες, σημαντικός είναι και ο δεσμός με τα αδέρφια που μπορεί να αναλάβουν την ανατροφή του μικρότερου παιδιού.