Οι μαθησιακές δυσκολίες απασχολούν όλο και περισσότερο τόσο γονείς όσο και εκπαιδευτικούς, σε μια κοινωνία που δίνει ολοένα και περισσότερη έμφαση στην ακαδημαϊκή επιτυχία. Ταυτόχρονα αποτελούν για τον ειδικό αναπτυξιολόγο σε αρκετές περιπτώσεις σήμα κινδύνου για μια σειρά προβλημάτων αναπτυξιακής παιδιατρικής και παιδονευρολογίας.
Image
Εμφανίζονται με αδυναμία ή δυσκολία του μαθητή στους τομείς της ανάγνωσης, γραπτής έκφρασης και μαθηματικών, του λόγου ενώ μπορεί να συνυπάρχουν με άλλες διαταραχές της οργάνωσης, του προγράμματος, του προσανατολισμού και αντίληψη αλληλουχιών. Σημαντικός εκπρόσωπός τους είναι η δυσλεξία ενώ μαθησιακές δυσκολίες παρατηρούνται μεταξύ άλλων και στο Σύνδρομο του Αδέξιου παιδιού και στο Σύνδρομο Υπερκινητικού παιδιού.

Οι δυσκολίες είναι δυσανάλογες με την ηλικία του παιδιού, την σχολική του εκπαίδευση και την νοημοσύνη του που συνήθως είναι φυσιολογική ή και ανώτερη χωρίς αισθητηριακές διαταραχές όπως ακοής και όρασης. Υπολογίζεται ότι το ποσοστό των ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες κυμαίνεται γύρω στο 5% του γενικού πληθυσμού και στο 20% του μαθητικού πληθυσμού και συχνότερα στα αγόρια. Οφείλεται σε διαταραχές της κωδικοποίησης και αποκωδικοποίησης εγκεφαλικών ερεθισμάτων ή επίσης διαταραχών των αντιληπτικών ικανοτήτων. Ενοχοποιούνται γενετικοί, περιβαλλοντικοί, γνωσιακοί και νευροαναπτυξιακοί παράγοντες καθώς και ψυχοκοινωνικές αιτίες. Ένα ακατάλληλο σχολικό περιβάλλον, συναισθηματική ανασφάλεια ή πολιτισμική αποστέρηση μπορούν να επιβαρύνουν τα ήδη υπαρχοντα προβλήματα, οδηγώντας σε χαμηλή αυτοπεποίθηση, κατάθλιψη και αυξανόμενο άγχος και κατ’επέκταση ακόμα χαμηλότερη ακαδημαϊκή επίδοση.

1. Διαταραχή της Ανάγνωσης:
Η αναγνωστική δυσκολία αφορά περίπου το 4-10% των παιδιών με συνήθως φυσιολογική νοημοσύνη χωρίς προβλήματα όρασης ή συναισθηματικές διαταραχές και με επαρκές σχολικό περιβάλλον. Δυνατό επίσης να παρουσιάζεται και σε παιδιά με νοητική στέρηση, διάχυτη αναπτυξιακή υστέρηση αλλά και πολιτισμική αποστέρηση. Η ανάγνωση είναι συνήθως προβληματική, αργή και διακεκομμένη.Συχνά υπάρχει αντικατάσταση λέξεων ή παρόμοιων γραμμάτων (πλένω-πλέγω), αντιστροφή (τα –ατ), πρόσθεση ή παραλείψεις συλλαβών ή/και λέξεων και συντακτικά λάθη. Η κατανόηση του κειμένου είναι ελλειπής.

2. Διαταραχή της Γραπτής Έκφρασης- Δυσγραφία:
Η δυσκολία στη γραπτή έκφραση εμφανίζεται με πολλές μορφές. Η γραφή είναι συνήθως δυσανάγνωστη, ασταθής και ασυνεχής. Άλλοτε μπορεί να είναι μεν κατανοητή αλλά με πολύ μικρούς χαρακτήρες και πολύ αργή ενώ το παιδί εμφανίζεται να μην είναι σίγουρο για την χρήση αριστερού ή δεξιού χεριού, να είναι αμφιδέξιο ή να γράφει κατοπτρικά και υπάρχει δυσκολία στην οργάνωση. Επηρεάζει εμφανώς τη δυνατότητα έκφρασης του ατόμου αφού η καθαυτώ διαδικασία γραφής απαιτεί μεγάλη προσοχή χρόνο και ενέργεια ξεχνώντας τί ήθελε να γράψει. Μπορεί να είναι στα πλαίσια δυσλεκτικής δυσγραφίας με ακατανόητη αυτόματη γραφή, φτωχό προφορικό συλλαβισμό αλλά καλές επιδόσεις στην αντιγραφή γραπτού κειμένου και στο σχέδιο. Στην δυσγραφία κινητικού τύπου υπάρχει πρόβλημα στον συντονισμό της λεπτής κινητικότητας ενώ ο προφορικός συλλαβισμός είναι φυσιολογικός. Στη χωρική δυσγραφία τόσο στην αυτόματη γραφή κειμένου όσο και στην αντιγραφή κειμένου υπάρχει πρόβλημα ενώ η λεπτή κινητικότητα και ο προφορικός συλλαβισμός είναι φυσιολογικός. Η σχεδίαση όμως είναι προβληματική. Μηχανικά λάθη και κυρίως ορθογραφίας, στίξης και κεφαλαιοποίησης παρατηρούνται περίπου σε ποσοστό 20% των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες σε σύγκριση με περίπου 5% του υπόλοιπου μαθητικού πληθυσμού.

3. Διαταραχή των Αριθμητικών ικανοτήτων-Δυσαριθμησία: Αν και η νοημοσύνη είναι φυσιολογική και το σχολικό περιβάλλον επαρκές, υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην επίλυση προβλημάτων, στη διενέργεια των βασικών μαθηματικών πράξεων (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός, διαίρεση) και δυσκολία στην αναγνώριση των μαθηματικών συμβόλων. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυσκολία στην αντίληψη εννοιών όπως ποσότητας, ταξινόμησης και ομαδοποίησης αλλά και κατανόησης του συστήματος αρίθμησης και του μηδενός. Παρατηρείται επίσης συχνά ανικανότητα κατανόησης χάρτη και παραστάσεων λόγω της αδυναμίας αντίληψης οπτικών συμβόλων.

4. Διαταραχές του Λόγου – Δυσφασία
Παιδιά με δυσκολίες στον προφορικό λόγο και συγκεκριμένα στο συγχρονισμό φωνημάτων και στην αναγνώριση λέξεων, μπορεί να παρουσιάσουν δυσκολίες στην Ανάγνωση και στη Γραπτή έκφραση καθώς δεν εδραιώνονται και δεν αναλύονται σωστά οι προσλαμβάνουσες πληροφοριές. Δεν συνυπάρχουν νευρολογικές, ακουολογικές ή γενικότερα αισθητηριακές διαταραχές όπως στην περίπτωση της αφασίας ή στον αυτισμό.
1. Εκφραστικού τύπου : Υπάρχει περιορισμένο λεξιλόγιο, μειωμένη έκφραση, λανθασμένη ανάλυση λέξεων ή σύνταξη μεγάλων προτάσεων.
2. Προσληπτικού τύπου : μπορεί να παρατηρείται αδυναμία κατανόησης λέξεων ή προτάσεων ή σε απλές περιπτώσεις δυσκολία κατανόησης εννοιών χώρου ή σύνθετων προτάσεων. Συνήθως υπάρχει καθυστέρηση στην έναρξη ομιλίας και εξελίσσεται αργά. Υπάρχει γενικά χαμηλή ακουστική μνήμη και δυσκολίες διάκρισης λέξεων ενώ μπορεί να μην αντιδρά σε λέξεις ή οδηγίες χωρίς οπτικό ερέθισμα.

5. Δυσλεξία: Αναφέρεται συνήθως στην συνύπαρξη διαταραχών της Ανάγνωσης και του Γραπτού λόγου σε επίπεδο χαμηλότερο της πραγματικής του ηλικίας παρά την φυσιολογική νοητική ικανότητα και το επαρκές σχολικό περιβάλλον ενώ ο προφορικός λόγος και η άρθρωση είναι φυσιολογικά εκτός και αν συνυπάρχει και άλλη αναπτυξιακή διαταραχή. Παρουσιάζεται περίπου στο 3% του πληθυσμού και οφείλεται σε διαταραχές της μετανάστευσης των νευρικών κυττάρων κατά την εμβρυογένεση με αποτέλεσμα την δυσκολία επεξεργασίας και αποδικωποιήσης γραπτών πληροφοριών.
Αναφερόμαστε σε παιδιά που ήδη είναι σε σχολική ηλικία αν και τα τελευταία δεδομένα προτείνουν και κριτήρια για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Τα χαρακτηριστικά κυρίως στην ανάγνωση και λιγότερο στην γραφή είναι η διστακτική και επίπονη ανάγνωση, η αναστροφή, επανάληψη ή πρόσθεση γραμμάτων και συλλαβών, σύγχυση παρόμοιων οπτικά γραμμάτων όπως «α» με «ο» ή «β» με «δ», ή παρόμοιων ακουστικά γραμμάτων όπως «β» με «φ», παράλειψη μικρών λέξεων, δυσκολία ανάγνωσης μεγάλων λέξεων, μονότονη φωνή, ελλειπής κατανόηση κειμένου, καθρεπτική γραφή, αναστροφή γραμμάτων όπως το «ε» με το «3».Πολλές φορές φαίνεται να συμπληρώνουν το κείμενο με παραπλήσιες φωνητικά ή νοηματικά λέξεις.
Μπορεί να συνδυάζεται με δυσγραφία, δυσαριθμησία, υπερκινητικότητα/διάσπαση προσοχής, αδεξιότητα και έλλειψη οργάνωσης.

6. Σύνδρομο του Αδέξιου παιδιού (Δυσπραξία ή διαταραχή συντονισμού).
Υπάρχει χαμηλή επίδοση σε δραστηριότητες που απαιτούν κινητικό συντονισμό και επιβράδυνση της επίτευξης των κινητικών αναπτυξιακών σταδίων όπως το περπάτημα. Συνήθως υπάρχει αργός ρυθμός κινήσεων, δυσκολία οργάνωσης και προγραμματισμού, αδεξιότητα κινήσεων και μπορεί να συνυπάρχει με διαταραχές λόγου και δυσαριθμησίας. Δυσκολία στο περπάτημα, σκαρφάλωμα στην μπάλα, στο γραψιμο, δυσκολία στον συντονισμό των κινήσεων ακόμα και τον συντονισμό πολλές φορές των προσωπικών μυών για την παραγωγή ήχων. Το παιδί μπορεί να χτυπάει πάνω σε επιπλα, να χάνει ισορροπία. Μοιάζει κάποτε σαν να έχει «δύο αριστερά πόδια» ενώ μπορεί να το χαρακτηρίζουν ως «τεμπέλη» στην προσπάθειά του να αποφύγει τη δραστηριότητα. Δεν συνυπάρχει νοητική στέρηση αλλά επηρεάζονται αρκετές καθημερινές δεξιότητες ενώ υπάρχει επίπτωση στην σχολική επίδοση.

7. Δυσκολία στην προσοχή - Σύνδρομο Διάσπασης Προσοχής/Υπερκινητικού παιδιού (ADHD-Attention Deficit Hyperactivity Disorder) :
Σε συνδυασμό με τις μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζεται επίσης διάσπαση ή μικρή διάρκεια προσοχής, παρορμητικότητα, υπερκινητικότητα, επιθετικότητα, ανησυχία και αδυναμία συμμόρφωσης, δυσκολία οργάνωσης και διαταραχές ύπνου. Πρέπει να αποκλείονται περιπτώσεις νοητικής στέρησης, διαταραχών συμπεριφοράς, συναισθήματος και άλλων παθολογικών κατάστασεων που περιλαμβάνουν υπερκινητικότητα.

Η διάγνωση των μαθησιακών διαταραχών είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που προϋποθέτει την καλή συνεργασία πολλών ειδικών όπως τον Αναπτυξιολόγο, τον εκπαιδευτικό τους γονείς και πάνω από όλα τα παιδιά. Γίνεται με ειδικά διαγνωστικά τεστ κατάλληλα για την κάθε ηλικία, λεπτομερή φυσική εξέταση αλλά και κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο εφόσον απαιτείται. Αν υπάρχει ανησυχία εκ μέρους των δασκάλων ή των γονιών για την σχολική επίδοση καταρχήν του παιδιού αλλά και για την χαμηλή του αυτοπεποίθηση σε σχέση με τις μαθησιακές και γνωστικές διαδικασίες, αυτή θα πρέπει να διερευνηθεί όσο πιο νωρίς γίνεται. Η έγκαιρη παρέμβαση σώζει τα παιδιά από τόσο ακαδημαϊκά αλλά και από αρκετά ψυχολογικά προβλήματα τα οποία πιθανό να αντιμετωπίσουν. Η καταλληλότερη ηλικία για μια αναπτυξιακή εκτίμηση σε σχέση με τις μαθησιακές δυσκολίες, θεωρείται από πολλούς ειδικούς τα 5 έτη. Γενικότερα η αναπτυξιακή εκτίμηση καλό θα ήταν να περιλαμβάνει τις λεγόμενες ηλικίες κλειδιά στις οποίες ελέγχονται οι αναπτυξιακές ικανότητες που έχουν ή οφείλουν να έχουν αποκτηθεί. Αυτές είναι στις 6 εβδομάδες ζωής, 8 μηνών, 18 μηνών, 2.5 χρονών, 4 και 5 ετών. Σημαντικό είναι να αποκλειστούν οργανικοί παράγοντες όπως αισθητηριακές διαταραχές δηλ. Προβλήματα όρασης και ακοής όπως και νευρολογικής φύσης διαταραχές. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις πιθανόν να απαιτείται και γενετικός έλεγχος. Οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν την ιδιαιτερότητα ότι ακολουθούν σε διάφορους βαθμούς το παιδί σε όλη του τη ζωή. Απαιτούν σωστή διάγνωση για να υπάρξει ορθή παρέμβαση και αντιμετώπιση. Σε μεγάλο βαθμό η διαμόρφωση ενός σωστού ακαδημαϊκού προγράμματος σε συνάρτηση με τους τομείς τους οποίους ο ειδικός υπέδειξε ότι πρέπει να υπάρξει παρέμβαση, οδηγούν σε αύξηση των σχολικών επιδόσεων αλλά και κατάλληλο επαγγελματικό προσανατολισμό όπως και αφαιρούν ένα μεγάλο ψυχολογικό βάρος που υφίσταται όλη η οικογένεια. Η παρέμβαση μπορεί να είναι με την μορφή άλλων διδακτικών μεθόδων, χρήση υπολογιστών ή προφορικής εξέτασης αν ενδείκνειται όπως στην περίπτωση της δυσλεξίας, κάλυψης των διδακτικών κενών αλλά και κατάκτησης ενδεδειγμένων κοινωνικών δεξιοτήτων ή με την χρήση προγραμμάτων πρώιμης παρέμβασης, ενισχυτικής διδασκαλίας και άλλοτε λογοθεραπείας, εργοθεραπείας ή άλλων ειδικών προγραμμάτων.