ΟΜΙΛΙΑ-ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η κατάκτηση της ομιλίας είναι μια αρκετά πολύπλοκη δραστηριότητα, η οποία χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Τα παιδιά συνήθως μπαμπαλίζουν στους 8 μήνες, μιλάνε κάποιες λεξούλες στους 15 μήνες και στους 18 μήνες μικρές φρασούλες. Στα 2.5 έτη μιλάνε σχετικά άνετα, με όλο αυξανόμενο λεξιλόγιο.

Ένα παιδί που είχε καθυστέρηση στην κατάκτηση αναπτυξιακών οροσήμων της ομιλίας, ακόμα και αν την παρούσα στιγμή δεν παρουσιάζει πρόβλημα, καλό είναι να του δίδεται ιδιαίτερη προσοχή, εκπαιδευτικά αλλά και ψυχοκοινωνικά.

Η Γλωσσική επικοινωνία χωρίζεται στο Αντιληπτικό μέρος, δηλαδή το τί αντιλαμβάνεται το παιδί από αυτά που του λέμε και στο Εκφραστικό μέρος, δηλαδή τί μας λέει το παιδί. Δεν πρέπει να αναφερόμαστε αποκλειστικά ως ομιλία, ως αναπτυξιακό ορόσημο, αλλά να διαχωρίζουμε εφόσον χρειάζεται για ποιόν τομέα πρόκειται. Αν ένα παιδί πάσχει από βαρηκοία, τότε το Αντιληπτικό μέρος της ομιλίας μπορεί να είναι μειωμένο και να νομίζουμε ότι πρόκειται πχ για νοητικό θέμα. Ένα ακουόγραμμα θα βοηθήσει στην διαφοροδιάγνωση.

Ως προς το Εκφραστικό μέρος της Γλωσσικής Επικοινωνίας, τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία για να μπούνε στο Δημοτικό, έχουν κατακτήσει την ομιλία σε ικανοποιητικό βαθμό. Ας πάμε όμως λίγο πιο πίσω. Ένα παιδί, θα πάει σε ένα παιδικό σταθμό πχ στα 3. Το αναμενόμενο, σύμφωνα με τον παρατηρούμενο μέσο όρο είναι να έχει ένα πλούσιο λεξιλόγιο, να έχει κατακτήσει τα βασικά μορφοσυντακτικά στοιχεία του λόγου/ομιλίας, δηλαδή να χρησιμοποιεί σχεδόν σωστά τα ρήματα, άρθρα, αντωνυμίες και μεγάλο αριθμό επιθέτων. Να μπορεί να αντιλαμβάνεται αρκετά γενικούς χρονικούς προσδιορισμούς όπως μέρα, νύχτα κλπ. Να μπορεί να περιγράφει μια βασική δραστηριότητα.

Το Εκφραστικό μέρος της ομιλίας, επηρεάζεται από την πιθανότητα βαρηκοίας ενός παιδιού, η οποία πιθανόν να αλλοιώνει τον ήχο που προσλαμβάνει και μετέπειτα αποδίδει το παιδί. Επίσης έχει σχέση με την άρθρωση του παιδιού. Ένα παιδί μπορεί να έχει κατακτήσει τη διαδικασία της αντίληψης και έκφρασης, αλλά για διάφορους λόγους να μην μπορεί να αρθρώσει σωστά. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω και πάλι την περίπτωση Δυσπραξίας ομιλίας, όπου μπορεί να υπάρχει πρόβλημα συντονισμού των αρθρωτικών μυών ενώ το παιδί γνωρίζει τί θέλει να πει αλλά δεν μπορεί να το προφέρει με συντονισμένες κινήσεις.

Επίσης μπορεί να υπάρχουν πιο πολύπλοκες περιπτώσεις δυσφασίας αλλά και πιο συχνές περιπτώσεις τραυλισμού, διαταραχής δηλαδή του ρυθμού. Συνήθως οι περιπτώσεις τραυλισμού οφειλόνται σε ψυχολογικό παράγοντα και απαιτούν ήρεμη αντιμετώπιση εκ μέρους των γονέων με την βοήθεια ειδικού για να διαπιστωθεί η αιτία, ψυχολογική ή οργανική, της συμπτωματολογίας και να βοηθηθεί το παιδί να ξεπεράσει την κατάσταση με το μικρότερο δυνατό ψυχοκοινωνικό κόστος.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ:

Αν υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην κατάκτηση των αναπτυξιακών οροσήμων της ομιλίας και αξιολόγηση από ειδικό, καλό είναι να αρχίζει το παιδί λογοθεραπευτικές συνεδρίες από νωρίς, όπως συνηθίζεται στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στις ΗΠΑ. Δεν χρειάζεται ένα παιδί δηλαδή να πάσχει για να κάνει κάποιες λίγες λογοθεραπευτικές συνεδρίες, οι οποίες θα το βοηθήσουν να «πάρει μπρος» αν θέλετε, αλλά μπορεί από 18 μηνών, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις να βοηθήσουμε ως Booster effect δηλαδή φαίνομενο προώθησης/ώθησης, ούτως ώστε να κερδίσει χρόνο το παιδί. Έχει από πολλού ξεπεραστεί η παλιά άποψη ότι πρέπει να περιμένουμε ωσότου το παιδί να είναι 3.5 ετών με τη συνήθη δικαιολόγια «και ο πατέρας του άργησε, είναι αγοράκι, δεν πειράζει». Το ότι ο πατέρας άργησε να μιλήσει, ναι μεν αξιολογείται, αλλά δεν χρειάζεται να αργήσει και ο γιός να μιλήσει επίσης... Ας μην ξεχνάμε ότι η σημερινή κοινωνία βασίζεται εξαιρετικά στις επικοινωνιακές και ειδικά γλωσσικές – εκφραστικές ικανότητες των ατόμων. Δηλαδή, «αν δεν μιλάς, δεν υπάρχεις» όπως λένε και οι Αγγλοσάξωνες...

Ανησυχούμε όταν η παρατηρούμενη ομιλία δεν έχει μουσικότητα, ηχόχρωμα, ρυθμό ή πρόκειται για μουγκριτά. Μας νοιάζει το παιδί να βγάζει λέξεις, ακόμα και κατά προσέγγιση, δηλαδή ακόμα και αν ο ήχος δεν είναι απόλυτα σωστός αλλά είναι νοηματικά σωστός. Μας νοιάζει το παιδί να αποκτήσει γνωσιακό λεξιλόγιο, το οποίο θα μπορέσει σταδιακά να εκφράσει και σωστά.

Μας απασχολεί ακόμα το παιδί να χρησιμοποιεί την ομιλία όπως αναφέρουμε και στην κοινωνικότητα σε συνδυασμό με εκφράσεις προσώπου, χειρονομίες και κοινωνικές ενάρξεις.

ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ

Στην σημερινή πολυπολιτισμική κοινωνία, το να έχουμε ένα παιδί δίγλωσσο αποτελεί σχεδόν τον κανόνα, ειδικά σε μεγαλουπόλεις ή όποτε ακόμα τα παιδιά αρχίζουν νωρίς την εκμάθηση ξένων γλωσσών.

Οι σύγχρονες μελέτες έχουν αποδείξει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, εφόσον το παιδί έχει φυσιολογική νοητική ικανότητα να μάθει νωρίς ξένες γλώσσες ένα παιδί. Μπορεί μάλιστα να μάθει όσες γλώσσες θέλει χωρίς κανένα πρόβλημα και μάλιστα να διαχωρίζει ποιά γλώσσα και σε ποιό άτομο πρέπει να την μιλάει. Αναφερόμαστε σε γνήσιους ή πρώιμα δίγλωσσους όταν μαθαίνουν από την αρχή σαν μητρική μία ξένη γλώσσα, διαφορετική από την γλώσσα της τοπικής κοινωνίας και σε όψιμα δίγλωσσους όσους μαθαίνουν εκ των υστέρων την γλώσσα.

Θεωρείται καλύτερο το παιδί πολυπολιτισμικής οικογένειας, να μιλάει στο σπίτι την γλώσσα της καταγωγής της οικογένειας. Το παιδί μαθαίνει πιο σωστά έτσι την λεκτική έκφραση των συναισθημάτων, μέσω των γονέων. Αυτά θα «μεταφραστούν» στην γλώσσα της κοινωνίας υποδοχής, καθώς το παιδί θα μάθει ούτως ή άλλως να μιλάει την τοπική γλώσσα, συνήθως χωρίς πρόβλημα.

Έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν μεγαλύτερα ψυχοκοινωνικά αλλά και ακαδημαΪκά προβλήματα όταν το παιδί μιλάει μόνο την γλώσσα της κοινωνίας υποδοχής και όχι και την γλώσσα μητρικής καταγωγής.

ΠΡΩΙΜΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΥΣΛΕΞΙΑΣ

Τα παιδιά με δυσλεξία αποτελούν περίπου το 3-7% του πληθυσμού. Δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αυτά δεν θα μάθουν ή δεν μπορούν να διαβάζουν ή να γράφουν. Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί δυσκολίας στη δυσλεξία με ποικίλα αποτελέσματα στην μαθησιακή ικανότητα του παιδιού. Τα στοιχεία αυτά αναλύονται αναλυτικά στο τέλος του οδηγού.

Συνοπτικά πρόκειται για μία διαταραχή της ικανότητας της αναγνώρισης και εκφώνησης ενός φωνήματος, του μικρότερου τμήματος δηλαδή μίας λέξης.

Η ασφαλής διάγνωση προϋποθέτει την μεταξύ άλλων πιστοποίηση αναγνωστικής ικανότητας μειωμένης κατά δύο έτη και ως εκ τούτου τίθεται με αρκετή ασφάλεια στο τέλος της Β’ Δημοτικού, αρχές Γ’ Δημοτικού.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πρώιμα στοιχεία αναγνώρισης και ανησυχίας εκ μέρους των γονέων. Μία πρώιμη ανίχνευση μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αντιμετωπίσει καλύτερα τόσο τις εκπαιδευτικές επιπτώσεις όσο και τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις αυτής της μαθησιακής δυσκολίας.

Σε προσχολικό και σχολικό στάδιο ο ειδικός συστήνεται να ελέγχει την αναγνώριση των σχημάτων (τρίγωνο, τετράγωνο, κύκλο κλπ), καθώς στην ουσία τα γράμματα αποτελούνται από συνδυασμούς βασικών γεωμετρικών σχημάτων.

Θα ελεγχθεί επίσης η συσχέτιση γραμμάτων μεταξύ των και η ανάκληση μνήμης, τόσο λεκτικά με ανάκληση μνήμης λέξεων όσο και ανάκλησης εικόνων και σχημάτων. Σπάνια όμως τονίζουμε υπάρχει πραγματικό πρόβλημα μνήμης στα παιδιά αλλά είναι απότοκο αποτέλεσμα της αδυναμίας αναγνώρισης των σχημάτων/γραμμάτων.

Επίσης η αναγνώριση αντικειμένων και ονοματοδοσία εικόνων είναι επίσης βασικό μέρος της εξέτασης.

Υπάρχουν ειδικά τεστ Πρώιμης Ανίχνευσης Δυσλεξικών Στοιχείων αλλά μία πρώιμη διάγνωση θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη και προϋποθέτει ειδική πείρα και ενασχόληση με τα παιδιά σε μικρή ηλικία. Όλα τα τεστ είναι ενδεικτικά και πρέπει να συνυπολογίζονται με κλινική παρατήρηση.

ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ;

Καταρχήν να μιλάτε στο παιδί σας!

Κατά δεύτερον, να το περιμένετε να απαντήσει... Πολλές φορές, όταν συζητάμε ή παρατηρούμε τους γονείς, βλέπουμε ότι δεν περιμένουν πραγματικά να μιλήσουν με το παιδί τους. Οι όροι αυτοί αντιστρέφονται στην εφηβεία. Όταν μία οικογένεια δεν έχει μάθει πραγματικά να συν-ομιλεί, όταν το παιδί είναι ακόμα μικρό, τότε έχει χάσει το παιγνίδι ήδη για το μέλλον.

Ρωτάτε το παιδί σας, με γνήσιο ενδιαφέρον, τί έκανε και τί είδε σήμερα. Πάτε πχ μια εκδρομή: Βάλτε το να σας την περιγράψει, με λεπτομέρειες. Ένα παιδί που δεν περιγράφει καλά, πιθανόν να μην εκφράζεται μετέπειτα ούτε στον γραπτό λόγο ικανοποιητικά.

Όσο το παιδί είναι μικρό, 3 πχ ετών και άνω, βάλτε το να σας περιγράφει βασικά αντικείμενα και ζώα. Πχ τί είναι η Γάτα; Ζώο, τί κάνει η γάτα : νιάου. Μπορείτε να το βάλετε να την αναγνωρίζει και σε ένα σχέδιο ή σε ζωντανό παράδειγμα! Έτσι το παιδί σας έχει μάθει ήδη να ταυτοποιεί ένα αντικείμενο, ζώο κλπ και να γνωρίζει την δράση του.

Μην περιορίζεστε σε μονολεκτικές απαντήσεις αλλά επιμένετε να είναι περιγραφικός και με αρκετές διαρθρωτικές λέξεις όπως μετά, και, επίσης κλπ.

Μετά μπορείτε να περάσετε σταδιακά σε πιο πολύπλοκες σχέσεις, όπως Κατηγορίες αντικειμένων πχ τί είναι το πορτοκάλι, το μήλο, η μπανάνα; Φρούτα. Κατόπιν καλό είναι να περάσετε σε σχέσεις ατόμων, πχ ποιόν λέμε συγγενή, φίλο κλπ και μετά σε αφηρημένες έννοιες, πχ τί εννοούμε όταν λέμε καλός ή κακός, σε αντίθεση με κάτι «χειροπιαστό» όπως το ζεστό και το κρύο. Επίσης οι χρονικοί προσδιορισμοί είναι καλό να γίνουν σε εκμάθηση, καθώς δυσκολεύουν αρκετά τα παιδιά.

Συστήνουμε συχνά στους γονείς να φτιάχνουν λευκώματα από αποκόμματα εφημερίδων και να σχηματίζουν ομάδες ή κάρτες με τα αντικείμενα και να σχηματίζει το παιδί μικρές ιστορίες αντίστοιχα. Η λογοθεραπεία επίσης είναι πολύτιμη σε γενικότερες καθυστερήσεις ή δυσχέρειες ομιλίας.

Τέλος, παράκληση: Μειώστε την ώρα που περνούν τα παιδιά μπροστά στην τηλεόραση και τον υπολογιστή. Μπορεί να ακούνε κάποιον να μιλάει, αλλά δεν υπάρχει αμφίδρομη σχέση, καθώς δεν χρειάζεται να μιλάνε...